Loading...
Αξίζει να το δειςΑφιερώματαΓενικά

13 Δεκεμβρίου 1913 – Ημέρα ενσωμάτωσης της Κρήτης στην Ελλάδα

Ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα

Γράφει ο Γεώργιος Χαραλαμπάκης  *

Ήταν μια χειμωνιάτικη μέρα του Δεκέμβρη του 1913. 0 κρητικός ουρανός, εδώ και αρκετές μέρες φορούσε τα μαύρα του ρούχα, λες και αντιπροσώπευε τις καρδιές των χιλιάδων κρητικών στα μαρτυρικά χρόνια της σκλαβιάς που είχαν περάσει. Το κρητικό πέλαγος εβρουχάτο σαν λαβωμένος Λέωντας και πελώρια κύματα κτυπούν ακατάπαυστα τα παράλια της Κρήτης σαν να προσπαθούν να την ξυπνήσουν από το λήθαργο που βρισκόταν. Ήθελαν να της υπενθυμίσουν ότι η μέρα που ξημερώνει θ’ αποτελέσει ορόσημο όχι μονάχα για την Κρήτη και τον Ελληνισμό, αλλά και θα διδάξει σε όλους τους σκλαβωμένους Λαούς, ότι η Ελευθερία κατακτιέται με αίματα και αγώνες.

Μέσα στην μακραίωνη ιστορία της, η Κρήτη πάλεψε με όλους τους γνωστούς κατακτητές της εποχής εκείνης που θέλησαν να πατήσουν τα αιματοπατημένα χώματά της.

Και δεν ήσαν λίγοι οι «Μνηστήρες» της Ρωμαίοι, Άραβες, Ενετοί και τώρα ο χειρότερος δυνάστης της, ο Τούρκος. Γι’ αυτό και οι πρώτες ακτίνες του ήλιου προσπαθούσαν να ξετρυπώσουν μέσα από τα κατάμαυρα σύννεφα για να χαϊδέψουν τις κορυφές των κρητικών βουνών και να ζεστάνουν τις καρδιές ενός λαού που από αιώνες σκλαβιάς υπέφερε, μαρτύρησε, σταυρώθηκε, πέθανε αλλά έζησε.

Οι λαοί συχνά, αποδεκατίζονται μέσα εις την ιστορία και πεθαίνουν, ποτέ όμως δεν εξαφανίζονται με την βία. Ο κρητικός λαός άντεξε τα μαρτύρια δεν χάθηκε δεν αφομοιώθηκε με τον κατακτητή και δεν εξαφανίστηκε από την κονίστρα της Ιστορίας. Αγωνίστηκε, πάλεψε με ότι μπορούσε δεν λύγισε το γόνα και δεν ζήτησε έλεος από τους Δήμιους του. Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία των λαών που δεν μπορεί κανένας εύκολα να περιγράψει το μεγαλείο τους.

Υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούν, ούτε ο λόγος ούτε η πέννα να αποδώσουν το βαθύτερο νόημα τους. Όταν οι λαοί κλαίνε ή χαίρονται νιώθει κανένας μικρός στο τεράστιο αυτό γεγονός. Ο νεώτερος Ελληνισμός και ιδιαίτερα ο Λαός της Κρήτης είχε το προνόμιο να ζήσει και αυτός μια τέτοια μέρα.

Ήταν Κυριακή και το ημερολόγιο έδειχνε 1η Δεκέμβρη 1913.

Η Κρήτη, επί δύο χιλιάδες χρόνια έζησε σ’ ένα αβυσσαλέο χάος που σε καμία ιστορία άλλου λαού δεν περιγράφεται. Γι’ αυτό και η σημερινή μέρα δεν ήταν μια τυχαία, δεν ήταν μια οποιαδήποτε στιγμή στην ιστορία της.

Εκείνη τη μέρα, είχαν ανασκιρτήσει μέσα από τη γη τα κόκαλα χιλιάδων θυμάτων και είχαν βγει σε μια παρέλαση λιτανείας μυριάδες νεκροί. Αυτοί που πρώτοι ήθελαν να συμμετάσχουν στη μεγάλη γιορτή , που η μητέρα Ελλάδα θα έσφιγγε στην αγκαλιά της την μεγάλη της κόρη, την Κρήτη.

Γλώσσα δεν είχαν να μιλήσουν, φωνή δεν είχαν να ζητωκραυγάσουν, συμμετείχαν όμως στο μεγάλο γεγονός μέσα από την ιστορική μνήμη των ζωντανών , αυτοί ήταν η γλώσσα τους αυτοί και η φωνή τους , αυτοί ήταν τα πόδια τους αυτοί και η καρδιά τους. Δεν είχαν πεθάνει. Ήταν όλοι παρόντες στη γραμμή. Είχαν έρθει, στο λιμάνι των Χανίων μαζί με τους ζωντανούς , για να υποδεκτούν, να χειροκροτήσουν, να ζητωκραυγάσουν με τα στόματα των ζωντανών.

Η πόλη των Χανίων εδώ και αρκετές μέρες είχε αρχίσει ένα ξέφρενο πανηγύρι. Σημαίες Ελληνικές υψώνονται, αψίδες στήνονται εικόνες αγωνιστών και πρωταγωνιστών στην Ένωση αναρτώνται. Οι δρόμοι στολίζονται με δάφνες και μυρτιές. Άνθρωποι κάθε ηλικίας έχουν έρθει απ’ όλα τα μέρη της Κρήτης κρατώντας τη γαλανόλευκη. Πολλοί φοράνε τις παραδοσιακές κρητικές τους στολές και άλλοι τις πολεμικές με τον οπλισμό τους. Τα πρόσωπα τους λάμπουν γιατί αισθάνονται ότι το όνειρο έγινε πραγματικότητα.

Τα βλέμματα τους είναι στραμμένα στη θάλασσα. Περιμένουν. Περιμένουν , να καταπλεύσει το θωρηκτό «ΑΒΕΡΩΦ» με τα πλοία συνοδείας. Και να το. Το δοξασμένο καράβι, αγκυροβολεί. Τα πυροβόλα του βάλλουν τιμητικά τις χαιρετηστήριες βολές. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν χαρμόσυνα, ο κόσμος έχει ανάμικτα συναισθήματα. Λιβάνι πολύ καίεται στις Εκκλησίες και ο αέρας εβοδιάζει. Στην αποβάθρα περιμένουν οι Αρχές και τα πλήθη του λαού.

Από το ιστορικό Εύδρομο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού «ΑΒΕΡΩΦ» αποβιβάζονται πρώτος ο βασιλεύς Κωνσταντίνος με στολή ναυάρχου, πίσω του ο Μεγάλος Εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Παύλο Κουντουριώτη. Τα σύννεφα σκίζονται, οι ηλιαχτίδες χαϊδεύουν τον κόσμο, συγκίνηση, ζητωκραυγές και προσφωνήσεις. Η πομπή οδεύει προς την μητρόπολη των Χανίων. Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με κόκκινα χαλιά και παντού κυματίζει η Ελληνική Σημαία.

Στην εκκλησία γίνεται κατανυκτική δοξολογία. Ο επίσκοπος Χανίων θα προσφωνήσει τους επισήμους, θα επισημάνει το νόημα της η μέρας, που θα κάνει το κόσμο να κλαίει και να ζητωκραυγάζει συγχρόνως. Μετά η πομπή στρέφεται προς το Φιρκά. Στη «Βαστίλη» αυτή της κρητικής γης που σε λίγο θα υψωθεί η Ελληνική Σημαία. Οι επίσημοι έχουν πάρει τις θέσεις τους πάνω στην εξέδρα. Νεκρική σιγή επικρατεί στις χιλιάδες του Ηρωϊκού Κρητικού Λαού.

Ο βασιλιάς κρατώντας τη σημαία προχωρεί και σταματάει στον πρώτο πρόεδρο της κρητικής Βουλής και αρχηγό των κρητικών επαναστάσεων Αναγνώστη Μάντακα. Αυτός θα είναι που θα υψώσει για πρώτη φορά τη γαλανόλευκη στη Κρήτη. Ο Γέρος με τρεμάμενα χέρια παίρνει τη σημαία και βοηθούμενος από τον λιμενάρχη Γεώργιο Κουρκούτη την υψώνει στον ιστό. Κλάματα χαράς, ζητωκραυγές ουράνιες, θεϊκές, δάφνες κουνιούνται στον αέρα. Από το θρυλικό «ΑΒΕΡΩΦ» αντιλαλούν οι χαιρετιστήριοι κανονιοβολισμοί.

Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται, φιλάει ο ένας τον άλλο, φωνάζουν, ζητωκραυγάζουν.

Δεν ήταν εκείνη χαρά, ήταν μεθύσι και χαρά. Ζωντανοί και πεθαμένοι έχουν ανταμωθεί όλοι εκείνη την υπέρτατη στιγμή.

Ο ουρανός της Κρήτης ο μόνος μάρτυρας του μαρτυρίου του κρητικού λαού, χαμογελούσε και άφηνε τις ακτίνες του ήλιου να ξετρυπώσουν μέσα από τα σύννεφα για να ζεστάνουν τις καρδιές και να δώσουν τόνο στο ξέφρενο πανηγύρι.

Σήμερα δεν είναι γιορτή. Είναι Ανάσταση!.. Είναι Ανάσταση ενός λαού , που πάνω από τα μνήματα και τους χορταριασμένους τάφους των νεκρών, πάνω από τα κολαστήρια και τους τόπους βασανιστηρίων και πάνω από τις. ζωές που χάθηκαν και τάφηκαν πρόωρα μέσα στη γη θ’ ανθίζουν πασχαλιάτικα λουλούδια για να βεβαιώνουν ότι η άνοιξη σ’ αυτόν τον τόπο θα είναι παντοτινή και θ’ αντηχεί πάντοτε πάνω από τον κρητικό ουρανό το τραγούδι:

«Κι’ αν στις φλόγες μας ρίξουνε πάλι, κι αν μας κάψουν τη γη μας ξανά, πάντα θα μένει μια σπίθα ν’ ανάβει, ν’ ανασταίνει τη Κρήτη ξανά».


*  Ο κ. Γεώργιος Χαραλαμπάκης, είναι Συνταγματάρχης ε.α. από την Κρήτη, διαμένων οικογενειακώς στην Κόρινθο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *